seferis

Οι περισσότεροι τον γνωρίζουν ως τον πρώτο Ελληνα που βραβεύτηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας και ήρθαν σε επαφή με την ποίησή του μέσα από τα σχολικά βιβλία. Όσοι δεν αρκέστηκαν στα ταξίδια που προσέφεραν οι στίχοι του, άφησαν το βλέμμα τους να γοητευθεί από τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες του, καθώς δεν αποχωριζόταν σχεδόν ποτέ τη φωτογραφική του μηχανή. Πόσοι όμως είχαν την ευκαιρία να δουν από κοντά το σπίτι του στην οδό Άγρας; Να γνωρίσουν τις εικαστικές του προτιμήσεις; Να δουν τι ο ίδιος αποτύπωνε με τον δικό του χρωστήρα; Και τελικά πώς ενέπνευσε τους σπουδαιότερους νεοέλληνες ζωγράφους μέσα από τους στίχους του;

Την πόρτα στον προσωπικό κόσμο του ποιητή, δοκιμιογράφου, μεταφραστή και διπλωμάτη Γιώργου Σεφέρη υπόσχεται να ανοίξει η μεγάλη έκθεση που ετοιμάζει για το φθινόπωρο το Ίδρυμα Βασίλη και Μαρίνας Θεοχαράκη υπό τον τίτλο «Όταν το φως χορεύει, μιλάω δίκαια», στίχος που ανήκει στο «Μόττο για ένα ηλιακό ρολόι στη Σκαρδαμούλα» από το «Τετράδιο γυμνασμάτων β΄».

Έκθεση που πραγματοποιείται 60 χρόνια μετά την κορυφαία στιγμή της καριέρας του ως διπλωμάτη, με τον διορισμό του ως πρεσβευτή της Ελλάδας στη Βρετανία, και 40 χρόνια από την ίδρυση της έδρας στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ που φέρει το όνομά του. Και η οποία υλοποιείται σε συνεργασία με τον κάτοχο της συγκεκριμένης έδρας, καθηγητή Νεοελληνικών Σπουδών και Συγκριτικής Λογοτεχνίας Παναγιώτη Ροϊλό, και σε επιμέλεια του διευθυντή εικαστικού προγράμματος του Ιδρύματος Τάκη Μαυρωτά.

Περισσότερα από 300 εκθέματα – ανάμεσά τους περί τα 150 έργα ζωγραφικής, γλυπτικής και φωτογραφίας με τις υπογραφές 40 εκ των σημαντικότερων ελλήνων εικαστικών δημιουργών και 60 αντιπροσωπευτικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες που έβγαλε ο ίδιος ο Σεφέρης από τα φοιτητικά του χρόνια ώς τα τελευταία του ταξίδια εντός κι εκτός συνόρων και οι οποίες προέρχονται από τις συλλογές του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης – θα βρουν τη θέση τους στους τρεις ορόφους του Ιδρύματος Θεοχαράκη, μαζί με το βραβείο Νομπέλ, τα χειρόγραφα, τις πρώτες εκδόσεις και τα προσωπικά αντικείμενα του ποιητή.

«Υπάρχει βαθιά επαφή ανάμεσα στην ποίηση και στα εικαστικά» λέει στο «Νσυν» ο Τάκης Μαυρωτάς με αφορμή την τρίτη έκθεση που επιμελείται και συνδέει έναν σπουδαίο ποιητή με τις καλές τέχνες. Σειρά που ξεκίνησε με αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη και συνεχίστηκε με τον Κ.Π. Καβάφη. «Πρόκειται για δρόμους παράλληλους που οδηγούν σε μια διαφορετική αποκάλυψη» υποστηρίζει ο επιμελητής.

Αποκάλυψη που δεν θα προκύψει μόνο μέσα από τα έργα του Παναγιώτη Ζωγράφου, με τα οποία θα ανοίγει η έκθεση, και τα έργα του Θεόφιλου – αναφορά και στους δύο έχει κάνει στα δοκίμια του ο Σεφέρης –, τα δύο πορτρέτα του ποιητή διά χειρός Παναγιώτη Τέτση, την προτομή του με την υπογραφή του Θόδωρου Παπαγιάννη, τα έργα του Γιάννη Ψυχοπαίδη, ο οποίος επί τρεις δεκαετίες τουλάχιστον καταπιάνεται με την ποιητική κληρονομιά του νομπελίστα μέσα από τη δουλειά του, αλλά και τις δημιουργίες πολλών ακόμη δημιουργών. Ενδεικτικά αναφέρουμε από τον Χρίστο Καρά, τον Κώστα Τσόκλη και τον Αλέκο Φασιανό ώς τον Γιώργο Ρόρρη, τον Στέφανο Δασκαλάκη και τον Γιάννη Αδαμάκο.

Στα άδυτα του κόσμου του Γιώργου Σεφέρη θα μυήσουν τους επισκέπτες και έργα που δημιουργήθηκαν ειδικά για την έκθεση όπως εκείνα του Θανάση Μακρή, του Μιχάλη Αρφαρά και της Λήδας Κοντογιαννοπούλου, η οποία επί δύο χρόνια είχε «κατασκηνώσει» στο διαμέρισμα της οδού Αγρα και έχει μεταφέρει στον καμβά της απόψεις του, επιτρέποντας έτσι στους θεατές να δουν γωνιές από τον προσωπικό του χώρο.

Η ΦΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΣΑΡΟΥΧΗ. Ξεχωριστή στιγμή θα είναι η ευκαιρία που θα έχουμε να δούμε τόσο πώς ζωγράφιζε ο ίδιος ο ποιητής – πάνω σε πέτρες ή σε ένα ντουλάπι – αλλά και ποια έργα είχε επιλέξει να κοσμούν τους προσωπικούς του χώρους, τα οποία θα ενταχθούν στην έκθεση χάρη στη γενναιοδωρία της κληρονόμου του Αννας Λόντου. Χαρακτηριστικά είναι τα πορτρέτα του από τον χαράκτη Α. Τάσσο και τον ζωγράφο Σωτήρη Σόρογκα, οι «Τσιγγάνες» του Γιώργου Σικελιώτη, ένα τοπίο του Σπύρου Βασιλείου με αφιέρωση, μια ταπισερί του Γιάννη Μόραλη και δυο εικονίσματα: ένα που του χάρισαν οι συνάδελφοί του όταν αποχώρησε από το υπουργείο Εξωτερικών και ο Άγιος Γεώργιος φουστανελάς που βρισκόταν πάνω από το κρεβάτι του. «Παραστατικά κυρίως έργα που εκφράζουν τη βαθιά αισθητική καλλιέργεια του Σεφέρη» σχολιάζει ο Τάκης Μαυρωτάς και μας εφιστά την προσοχή και σε μία ακόμη ξεχωριστή φιλία του Γιώργου Σεφέρη. Σε εκείνη με τον Γιάννη Τσαρούχη που τεκμηριώνεται στην έκθεση μεταξύ άλλων με ένα έργο του ζωγράφου που περιέχει έναν στίχο του ποιητή, όσο και με το φωτογραφικό πορτρέτο του ζωγράφου από τον φακό του Σεφέρη, το οποίο θα παρουσιαστεί πλάι σε εκείνα της Μαρώς Σεφέρη, του Χένρι Μίλερ. Πολλά καρέ ωστόσο εστιάζουν σε τοπία και καθημερινές σκηνές – «αποδοσμένες κρυστάλλινα και στοχαστικά όπως η ποίησή του» – από τη Μικρά Ασία ώς το Κάιρο και από τη Βενετία ώς την Κύπρο και την Αθήνα. Αξιοσημείωτο είναι ότι πριν ακόμη η έκθεση εγκαινιαστεί έχει υπάρξει ενδιαφέρον για να ταξιδέψει εκτός Ελλάδας.

Βολανάκης και Βαρώτσος
Κι αν το φθινόπωρο το Ιδρυμα Θεοχαράκη το αφιερώνει στον Γιώργο Σεφέρη, για την επόμενη χρονιά το πρόγραμμά του περιλαμβάνει ένα εκτενές αφιέρωμα στον πατέρα της ελληνικής θαλασσογραφίας Κωνσταντίνο Βολανάκη με περισσότερα από 70 έργα του (25/1-13/5 2018) και θα συνεχίσει με μια έκθεση εστιασμένη στον «ποιητή της γλυπτικής» Κώστα Βαρώτσο (17/5-30/9 2018).

INFO
«Όταν το φως χορεύει, μιλάω δίκαια. Ο Γιώργος Σεφέρης και η ποίησή του μέσα από τη ζωγραφική και τις φωτογραφίες», από τις 8 Νοεμβρίου στο Ιδρυμα Βασίλη και Μαρίνας Θεοχαράκη, Βασ. Σοφίας και Μέρλιν

Πηγή άρθρου: http://www.tanea.gr/news/lifearts/article/5462174/o-seferhs-twn-zwgrafwn-oi-fwtografies-toy-seferh/

Write comment (0 Comments)

Γράφει η Χρύσα Κοζανιτά

illska

Ίσως να πρόκειται για το βιβλίο της χρονιάς, όπως ήδη έχει χαρακτηριστεί. Το σίγουρο είναι ότι όλοι πρέπει να το βάλουμε στη λίστα με τα βιβλία που πρέπει να διαβάσουμε σύντομα. Το Illska - Το κακό του Ισλανδού Έιρικουρ Ερντ Νόρδνταλ είναι ένα αριστουργηματικό μυθιστόρημα. Στόχος του συγγραφέα είναι να εξηγήσει γιατί το "κακό" δεν τελείωσε, αλλά συνεχίζει να τρίζει τα δόντια του, μετά το Ολοκαύτωμα. Είναι ένα βιβλίο που συγκλονίζει με τους ήρωές του, με τον τρόπο γραφής του, με τις σκέψεις του.

Ακολουθεί η συνέντευξη που παραχώρησε ο συγγραφέας στο "Βιβλιοδρόμιο" της Εφημερίδας "ΤΑ ΝΕΑ". Πηγή: http://www.tanea.gr/interview/article/5468689/h-asymmetrh-bia-toy-ratsismoy/

Τελευταία παρατηρείται μια τάση εξομοίωσης κομμουνισμού και ναζισμού. Το βιβλίο σας έμμεσα παίρνει θέση περί αυτού. Εσείς τι πιστεύετε;
Νομίζω ότι είναι μια γελοία σύγκριση. Στερείται λογικής. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός είχε σοβαρά προβλήματα και αγκυλώσεις. Αλλά οι αρχές της ιδεολογίας βασίζονταν στην ισότητα και την αλληλεγγύη. Το εντελώς αντίθετο του ναζισμού. Ο οποίος δεν πρόδωσε τις ιδέες του. Τις ακολούθησε κατά γράμμα και έπραξε πάνω - κάτω αυτά που προοριζόταν να κάνει. Ο κομμουνισμός απέτυχε ως σύστημα διακυβέρνησης (η Σοβιετική Ενωση το αποδεικνύει). Αντίθετα ο ναζισμός πέτυχε να παρασύρει την Ευρώπη σ' έναν πόλεμο διότι ήταν πολύ χειρότερος απ' ό,τι φαντάζονταν οι πρόγονοί μας. Ισως μεταγενέστερες εκφάνσεις αυτών των δύο συστημάτων να μοιράζονται σε κάποιο βαθμό την κοινή πλατφόρμα των σημερινών λαϊκιστών. Κακά τα ψέματα. Πολλοί άνθρωποι έλκονται από την ισχυρή επιβολή εξουσίας. Από έναν πατέρα ηγέτη που θα αποφασίζει γι' αυτούς. Ομως η σύγκριση σε ιστορικό πλαίσιο είναι ρηχότατη.
 
Πώς συλλάβατε τη δομή του μυθιστορήματος «Το Κακό»; Κάτω από ποια συνθήκη εμπλέκεται ένα ερωτικό τρίγωνο με τον εθνικισμό;
Αρχικά ήταν ένα βιβλίο για έναν άντρα που έκαψε το σπίτι του. Καθώς ξετύλιγα το νήμα της ιστορίας, ήθελα να αποκαλύψω όλο το εύρος των αντιθέσεων που προέκυπταν για να δω αν ισορροπούν. Εγραψα το βιβλίο σε μικρά κεφάλαια, όπου κάθε παράγραφος ήταν σαν να πρόσθετα κι από ένα μικρό βάρος στη ζυγαριά. Τα ερωτήματα που με βασάνισαν ήταν τα εξής: Πώς γίνεται να απεχθάνεσαι εκείνο που αγαπάς και πώς συμβαίνει να αγαπάς ό,τι σε μισεί. Ο εθνικισμός είναι προϊόν του ρομαντισμού. Οπως και ο έρωτας, είναι τρομακτικά προστατευτικός και ζητά αποκλειστικότητες. Δεν έχω έτοιμες απαντήσεις. Προσπαθώ να δω τον κόσμο μέσα απ' αυτό το αντιθετικό σχήμα, όταν συνευρίσκεται.
Τι αναζητούν ακριβώς οι πρωταγωνιστές σας;

Εχουν την ανάγκη να αισθανθούν καλοί, μεγάλοι, γενναίοι. Ο Ομαρ φοβάται ότι οι πράξεις του θα βλάψουν κόσμο, η Αγκνες τρομάζει στη σκέψη ότι θα φύγει απ' αυτό το σύμπαν χωρίς να αφήσει το παραμικρό ίχνος, ενώ ο Αρνορ κάθε ώρα σκέφτεται πως όλα είναι χαμένα από χέρι. Για την Αγκνες, ο Ομαρ και ο Αρνορ αντιπροσωπεύουν τους δυο πόλους της ερωτικής έλξης: ο πρώτος φέρνει την ασφάλεια του συναισθήματος και ο δεύτερος τη βία του πάθους.

Ολοκαύτωμα

«Δεν μπορούμε να απαλλαγούμε εύκολα από τη μνήμη της βαρβαρότητας»

Ο φυλετισμός παραμένει η σκοτεινότερη πλευρά της ευρωπαϊκής ιστορίας;
Το Ολοκαύτωμα και τα εγκλήματα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου συναποτελούν μία από τις χειρότερες πλευρές της ευρωπαϊκής ιστορίας. Οι συνθήκες μπορεί να έχουν αλλάξει, όμως η σύνθεση της σημερινής συγκυρίας δεν έχει μεγάλες διαφοροποιήσεις από τότε. Η Ευρώπη πίστεψε ότι μπορεί να απαλλαγεί εύκολα από τη μνήμη της βαρβαρότητας. Στην πορεία είδαμε ότι υπάρχουν ενεργές δυνάμεις που είναι έτοιμες να «λύσουν» ξανά τα προβλήματα μέσω του ρατσισμού και του κοινωνικού εκβιασμού. Το γεγονός ότι πρόσφυγες πνίγονται στη Μεσόγειο ή ότι χρησιμοποιούνται στο εμπόριο της φτηνής σάρκας ή ότι η Ευρώπη συνεχίζει να συμμετέχει σε βομβαρδισμούς εκτός των συνόρων της προκαλώντας ανυπολόγιστες καταστροφές κ.λπ., όλα αυτά είναι πολιτικές αποφάσεις. Δεν έχουμε φτάσει ούτε στα μισά της πολιτισμικής χειραφέτησης, όπως πιστεύαμε. Δεν λέω πως θα φτάσουμε σε ένα νέο Ολοκαύτωμα. Λέω απλά, να μην παριστάνουμε τους έκπληκτους εάν η ρατσιστική ρητορική ακούγεται έντονα στις μέρες μας.
 
Στο βιβλίο γκριζάρετε την εικόνα της Ισλανδίας και μάλιστα λέτε ότι οι Ισλανδοί φαντασιώνονταν την αγάπη του Χίτλερ για τη φυλή τους. Μπορείτε να μας τα εξηγήσετε αυτά;

Πολλοί Ισλανδοί πίστευαν για αιώνες ότι είναι μια «καθαρή» βόρεια φυλή. Αυτό δεν είναι απολύτως ακριβές. Ο πληθυσμός του νησιού είναι μπολιασμένος και από άλλες φυλές των γύρω χωρών, της Ανατολικής και Νότιας Ευρώπης (μη σας κάνει εντύπωση), ψαράδες και φαλαινοθήρες, που έφτασαν στο νησί για να πιάσουν την καλή. Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ή καλύτερα ύστερα από την απογοήτευση πως ο Χίτλερ δεν ήταν πια η ελπίδα, αλλά από ανερχόμενος ευρωπαίος ηγέτης μετατράπηκε σε μπαμπούλα, προέκυψε μια νέα αφήγηση στην ισλανδική ιστορία. Αρχισε να διαδίδεται μαζικά ότι οι Ναζί ανέμεναν από τους Ισλανδούς να είναι μέρος της άριας φυλής, αλλά αποδείχθηκε ότι ήμασταν αποτέλεσμα επιμειξιών. Δηλαδή ατυχήσαμε ως «καθαροί λευκοί», όμως είμαστε ένας λαός... περήφανων μπάσταρδων. Αυτή η «περηφάνια» μάς κατατρέχει και σήμερα, περικλείει όμως ένα μεγάλο κενό. Το κύριο ζήτημα για μας τους Ισλανδούς, όπως και των περισσότερων μικρών εθνών με σύνδρομο κατωτερότητας, είναι ότι παραμένουμε οι καλύτεροι απ' όλους και πιστέψτε με, αυτό ξέρουμε να το πουλάμε προς τα έξω. Είμαστε οι καλύτεροι οικολόγοι, οι καλύτεροι διαχειριστές οικονομικών κρίσεων, ο λαός που εξανθρώπισε τον καπιταλισμό, έχουμε τα καλύτερα ηφαίστεια κ.λπ. Με λίγα λόγια, είμαστε δεξιοτέχνες στο ψέμα.

illska to kako

Αγορά βιβλίου για 18€

 

Write comment (0 Comments)

Γράφει η Χρύσα Κοζανιτά

Ο Βρετανός μυθιστοριογράφος Ντέιβιντ Μίτσελ μας είναι γνωστός από το βιβλίο Ο Άτλας του Ουρανού (Ελληνικά Γράμματα, 2007), το οποίο χαρακτηρίζεται σαν ένα από τα σημαντικότερα βιβλία του 21ου αιώνα και Τα Χίλια Φθινόπωρα του Γιάκομπ ντε Ζουτ (Τόπος, 2014). Τα κοκάλινα ρολόγια κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις Τόπος και πρόκειται για ένα πολύ φιλόδοξο, "χορταστικό" βιβλίο, το οποίο θα αγαπήσουν οι λάτρεις του fantasy, αλλά και οι φίλοι των μεγάλων, σφιχτοδεμένων ρεαλιστικών μυθιστορημάτων.

"Πώς κατορθώνεται αυτό;" έρχεται εύλογα η ερώτηση. Αυτό κατορθώνεται γιατί τα Κοκάλινα Ρολόγια είναι στην ουσία ένα πάντρεμα των δύο ειδών, του ρεαλιστικού μυθιστορήματος και του μυθιστορήματος φαντασίας. Το εγχείρημα, όσο παράτολμο κι αν ακούγεται, είναι απόλυτα επιτυχημένο, μιας και ο ανάγνωστης του βιβλίου μένει στο τέλος με την αίσθηση ότι διάβασε κάτι διαφορετικό και συγχρόνως εξαιρετικά ενδιαφέρον. 

Κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος είναι η Χόλι Σάικς, της οποίας τη ζωή ακολουθούμε μέσα από τα έξι μεγάλα μέρη του βιβλίου, το καθένα εκ των οποίων αφορά και μια δεκαετία της ζωής της. Στο πρώτο μέρος, με τίτλο "Καύσωνας - 1984" η Χόλι είναι μόλις δεκαπέντε ετών, ενώ στο τελευταίο με τίτλο "Σιπς Χεντ - 2043" συναντάμε την Χόλι σε ηλικία εβδομήντα πέντε ετών. Στα μεσαία κεφάλαια, τα οποία όπως προείπαμε απέχουν χρονικά το ένα από το άλλο περίπου μια δεκαετία, πρωταγωνιστές είναι κάποια άλλα πρόσωπα, που παίζουν καταλυτικό ρόλο στη ζωή της Χόλι, η οποία υπάρχει εκεί σαν δεύτερος χαρακτήρας. Ακόμα και απ' αυτήν την συνοπτική περιγραφή της δομής του βιβλίου, παρατηρούμε ότι τα Κοκάλινα Ρολόγια έχουν ενδιαφέρον και ως προς αυτόν τον παράγοντα. Διαβάζοντάς τα, διαπιστώνει κανείς ότι ο Μίτσελ έχει καταφέρει ένα άρτιο δέσιμο μορφής και περιεχομένου, το οποίο όχι μόνο ωθεί αβίαστα την πλοκή να εξελιχτεί, αλλά συμβάλλει και στην αυξομείωση της περιέργειας και ενίοτε αγωνίας του αναγνώστη για το τι θα γίνει παρακάτω. 

Στο πρώτο μέρος συναντάμε την δεκαπεντάχρονη Χόλι να αποφασίζει να το σκάσει από το σπίτι της, επειδή δεν αντέχει τον στενό έλεγχο που της επιβάλλει κυρίως η μητέρα της. Έτσι ξεκινάει η περιπέτειά της και η προσπάθειά της να καταφέρει να ζήσει μόνη της μακριά από την οικογένειά της. 

Στο ίδιο κεφάλαιο μαθαίνουμε και για την ιδιαιτερότητα της Χόλι, η οποία σε μικρότερη ηλικία άκουγε παράξενες φωνές και έβλεπε οράματα, τα οποία δεν μπορούσε να εξηγήσει. Τα πράγματα κορυφώθηκαν όταν άρχισε να δέχεται "επισκέψεις" από την δεσποινίδα Κονσταντάν, την οποία έβλεπε και άκουγε μόνο η ίδια και κανένας άλλος. Η Χόλι έπεισε τον εαυτό της ότι πρόκειται για όνειρα. Όταν όμως η δεσποινίς Κονσταντάν αποφάσισε να παρέμβει στην πραγματικότητα (τιμωρώντας την "μεγαλύτερη τσαμπουκαλού" στο σχολείο, η οποία φέρθηκε βίαια στην Χόλι), η μικρή Χόλι μην μπορώντας να εξηγήσει τα ανεξήγητα κατέρρευσε. Οι γονείς της αναζήτησαν βοήθεια και φάνηκε να τη βρίσκουν στο πρόσωπο του Δρ Μαρίνους, ο οποίος όπως χαρακτηριστικά περιγράφει η Χόλι "ξεφορτώθηκε την δεσποινίδα Κονσταντάν για λογαριασμό μου όταν ήμουν εφτά χρονών". 

Για να ανακαλύψει ο αναγνώστης τι κρύβεται πίσω από αυτήν την ιδιαιτερότητα της Χόλι πρέπει να διαξέλθει πολλές σελίδες, να συλλέξει πολλές πληροφορίες και κομμάτι - κομμάτι να συμπληρώσει αυτό το μοναδικό, μυθιστορηματικό παζλ. Ραχοκοκακαλιά του συγκεκριμένου παζλ, πάνω στην οποία χτίζεται το φανταστικό κομμάτι του βιβλίου, είναι ο αιώνιος πόλεμος που μαίνεται μεταξύ των Ωρολόγων και των Αναχωρητών, ένας πόλεμος που στην ουσία είναι πόλεμος για την αθανασία και την αιώνια νεότητα.

Από την άλλη, το ρεαλιστικό κομμάτι του βιβλίου αφορά κυρίως την ζωή της Χόλι, την προσπάθειά της για επιβίωση, την ανάγκη της για έρωτα, την δημιουργία οικογένειας, την αγάπη της για τα εγγόνια της και γενικότερα τη νέα γενιά, όταν ηλικιωμένη πια, το μόνο που τη νοιάζει στο δυστοπικό Σιπς Χεντ του τελευταίου μέρους του βιβλίου, είναι να τους εξασφαλίσει ένα σίγουρο μέλλον.

Απεριόριστα φιλόδοξο, εξαιρετικά λεπτομερές, αφηγηματικά παραδειγματικό και σίγουρα εθιστικό κατά την ανάγνωσή του, το καινούργιο μυθιστόρημα του Μίτσελ δεν είναι δυνατόν να αφήσει ασυγκίνητο ακόμα και τον πιο δύσκολο αναγνώστη.

ta kokalina rologia

Αγορά βιβλίου για 18.00€

 

 

 

 

 

Write comment (0 Comments)

margaret atwood 1104

Γράφει η Χρύσα Κοζανιτά

Η Καναδή Margaret Atwood είναι από τις σπουδαιότερες σύγχρονες συγγραφείς, το έργο της οποίας ξεχωρίζει για την κριτική του ματιά πάνω σε κοινωνικά και ηθικά διλήμματα του καιρού μας. Κεντρικό θέμα στα μυθιστορήματά της είναι η θέση της γυναίκας στον σύγχρονο κόσμο, θέμα από το οποίο συνήθως εκκινεί για να εξετάσει ευρύτερες και βαθύτερες κοινωνικές δομές.

Η πρόκληση να γράψει ένα μυθιστόρημα βασισμένο στην Τρικυμία του Shakespeare ήταν σίγουρα μεγάλη και απαιτητική. Δεν είχε απλά να αναμετρηθεί με ένα μεγάλο, κλασικό κείμενο και να το προσεγγίσει με δημιουργικότητα και φαντασία. Είχε να αναμετρηθεί με ένα κλασικό κείμενο, στο οποίο το στοιχείο της μαγείας είναι εντονότατο, ενώ ο κεντρικός του ήρωας, ο Πρόσπερο, είναι μάγος. Κι αν στην εποχή του Shakespeare ένας ήρωας που εξασκεί τη μαγεία και έχει υπερφυσικές δυνάμεις, που του επιτρέπουν να ελέγχει τα πνεύματα, ήταν κάτι που θα γινόταν ευκολότερα αποδεκτό από το κοινό, σήμερα τα πράγματα δεν είναι έτσι. Πολύ περισσότερο που ο Skakespeare απευθυνόταν σε θεατές του θεάτρου, ενώ το κοινό της Atwood είναι αναγνώστες μυθιστορημάτων.

Το αποτέλεσμα του εγχειρήματος έχει τον τίτλο Το παιδί της τρικυμίας και, κατά την άποψή μου, το βιβλίο πετυχαίνει το στόχο του, να συνδιαλεγεί δηλαδή με την Τρικυμία, στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα, το οποίο εκμεταλλεύεται τα θέματα και τα μοτίβα του πρωτοτύπου ενδύοντάς τα με μια νέα, σύγχρονη περιβολή και προσαρμόζοντάς τα σε μια ενδιαφέρουσα, δυνατή πλοκή. Το παιδί της τρικυμίας είναι ένα ευφάνταστο, καλογραμμένο μυθιστόρημα που θα απολαύσει τόσο ο αναγνώστης που ενδιαφέρεται για μία "μεταγραφή" της σεξπηρικής Τρικυμίας, όσο και ο αναγνώστης που θέλει να διαβάσει ένα σύγχρονο, καλό μυθιστόρημα. 

Ο Πρόσπερο στο Παιδί της τρικυμίας είναι ο Φίλιξ, καλλιτεχνικός διευθυντής του θεάτρου Μακέσιγουεντ στον Καναδά. Είναι δημοφιλής και φιλόδοξος και οι παραστάσεις του δημιουργούν πάντοτε εντυπώσεις. Θέτει υψηλούς στόχους στον εαυτό του και τους πετυχαίνει με τις καινοτόμες ιδέες του και το δίκτυο των συνεργατών του. Έτσι πέφτει σαν κεραυνός εν αιθρία στο κεφάλι του η μηχαναρροφία εναντίον του και η τελική προδοσία από τον οικονομικό του διευθυντή, τον Τόνι, ο οποίος ενεργώντας υπογείως καταφέρνει να του κλέψει την θέση. 

Ο Φίλιξ, τσακισμένος για δεύτερη φορά ψυχικά (η πρώτη ήταν όταν έχασε την μόλις τριών ετών κόρη του, γεγονός που στην ουσία δεν έχει ακόμα ξεπεράσει) αποφασίζει να αποσυρθεί σε ένα αγροτόσπιτο έξω από την πόλη. Εκεί ζει σαν ερημίτης για χρόνια και χτίζει έναν δικό του κόσμο, έναν κόσμο που μετεωρίζεται μεταξύ πραγματικού και φανταστικού. Το φανταστικό αφορά την πρόωρα χαμένη κόρη του, Μιράντα, με την οποία στην ουσία ο Φίλιξ ζει στο αγροτόσπιτο, αφού την βλέπει, την ακούει, την ανατρέφει, και καθώς η κόρη του μεγαλώνει ανησυχεί για την εφηβεία της, για τα ενδιαφέροντά της, για τις αντιδράσεις της!  Πιο κοντά στο πραγματικό, βρίσκεται η λυσσαλέα δίψα του για εκδίκηση απέναντι στον σφετεριστή Τόνι και τον Σαλ Ο' Νάλι, τον υπουργό Κληρονομιάς, με τον οποίο ο Τόνι κατέστρωσε το σχέδιο να τον πετάξουν έξω από το θέατρο. 

Η επάνοδος του Φίλιξ στην κοινωνική δράση γίνεται με μια αφορμή που του δίνεται να διδάξει θέατρο στους τρόφιμους μιας κοντινής φυλακής. Παίρνει τον ρόλο του πολύ σοβαρά και αποφασίζει όχι μόνο να διδάξει θέατρο, αλλά και να ανεβάσει με τους τροφίμους - μαθητές του την Τρικυμία σε μια παράσταση που θα δοθεί στους τοπικούς επισήμους στη φυλακή. Μέσα από αυτό το εγχείρημα ευελπιστεί να πάρει την εκδίκηση που τόσα χρόνια ονειρεύεται. Τα άκρως ενδιαφέροντα που ακολουθούν, ο αναγνώστης θα τα ρουφήξει στην κυριολεξία μέσα από τις σελίδες του βιβλίου.

Κάπως έτσι, σε αδρές γραμμές, η γόνιμη φαντασία της Margaret Atwood προσεγγίζει ένα κλασικό κείμενο προδοσίας και εκδίκησης, με έντονο το στοιχείο του φανταστικού και μας προσφέρει ένα αυτόνομο μυθιστόρημα, που έχει αρκετά κοινά με τα υπόλοιπα μυθιστορήματά της, με κυριότερο την αποκρυπτογράφηση της ανθρώπινης ψυχής. Αν έπρεπε να ξεχωρίσω δύο πράγματα για τα οποία θα πρότεινα το βιβλίο, αυτά θα ήταν α) το στήσιμο του χαρακτήρα του Φίλιξ, το οποίο είναι υποδειγματικό και β) το μήνυμα που φτάνει μέσα από τις σελίδες του στον αναγνώστη για το πώς μπορεί να επηρεάσει η τέχνη την ψυχή του ανθρώπου.

Ευχαριστήθηκα το βιβλίο και ζήλεψα την Atwood. Και για τον τρόπο που χειρίστηκε την πρόκληση, αλλά και γιατί η μόνιμή μου αίσθηση διαβάζοντάς το ήταν ότι και η ίδια ευχαριστήθηκε ιδιαίτερα την συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου.

to paidi tis trikymias

Αγορά βιβλίου για 14.94€

Write comment (0 Comments)

Γράφει η Χρύσα Κοζανιτά

george orwell

Ο Τζορτζ Όργουελ μπορεί να είναι ευρέως γνωστός ως ο συγγραφέας της Φάρμας των Ζώων και του 1984, η αλήθεια είναι όμως ότι εκτός από σπουδαίος συγγραφέας, είναι και σπουδαίος δοκιμιογράφος. Αφορμή για το παρόν άρθρο στάθηκε το βιβλίο του Βιβλία εναντίον τσιγάρου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Πρόκειται για ένα βιβλίο που περιέχει επτά κείμενα του συγγραφέα γραμμένα μεταξύ 1940-1952, στα οποία διακρίνει κανείς την διαπεραστική ματιά, το καυστικό χιούμορ, το στιβαρό πνευματικό υπόβαθρο και την απέραντη ευκολία του να μεταδίδει το όποιο μήνυμα με όπλο την αμεσότητα της λιτότητας. 

Ακολουθεί ένα απόσπασμα από το κείμενο που φέρει τον τίτλο "Εξομολογήσεις ενός βιβλιοκριτικού". Η επιλογή έγινε όχι γιατί το συγκεκριμένο κείμενο ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα - στην πραγματικότητα, στο βιβλίο αυτό συμβαίνει αυτό που λέμε στην καθομιλουμένη "το ένα είναι καλύτερο από το άλλο", αλλά λόγω της κατάστασης της βιβλιοκριτικής, που επικρατεί και πάντα επικρατούσε στη χώρα μας. Πρόκειται για έναν κάπως θολό χώρο, όπου ο καθένας μπορεί να δηλώσει ότι είναι βιβλιοκριτικός. Εκτός αυτού, συχνά - πυκνά στην λογοτεχνία έχουμε περιγραφές συγγραφέων, ζωγράφων, καλλιτεχνών όλων των χώρων, ακόμα και βιβλιοπωλών, βιβλιοκριτικών, όμως, όχι και τόσο συχνά. 

"Σ' ένα κρύο αλλά πνιγηρό καθιστικό γεμάτο αποτσίγαρα και μισοάδειες κούπες τσαγιού, ένας άντρας με σκοροφαγωμένη ρόμπα κάθεται σ' ένα ετοιμόρροπο τραπέζι, πασχίζοντας να βρει χώρο για τη γραφομηχανή του ανάμεσα σε στοίβες από σκονισμένα χαρτιά που την περιβάλλουν. Δεν μπορεί να τα πετάξει τα χαρτιά γιατί ο κάλαθος αχρήστων είναι ήδη ξέχειλος, και εκτός αυτού κάπου ανάμεσα στις αναπάντητες επιστολές και στους απλήρωτους λογαριασμούς ενδέχεται να βρίσκεται μια επιταγή για δύο γκινέες που είναι σχεδόν σίγουρος ότι ξέχασε να την καταθέσει στην τράπεζα. Υπάρχουν επίσης επιστολές με διευθύνσεις που θα πρέπει να τις περάσει στην ατζέντα του. Την έχει χάσει την ατζέντα του, και η σκέψη να ψάξει να τη βρει, ή ούτως ή άλλως να ψάξει για οτιδήποτε, του προκαλεί έντονες τάσεις αυτοκτονίας. 

Είναι κοντά τριανταπεντάρης, αλλά μοιάζει πενηντάρης. Είναι φαλακρός, έχει κιρσώδεις φλέβες και φοράει ματογυάλια, ή μάλλον θα φορούσε εάν το μοναδικό του ζευγάρι δεν είχε ανεπανόρθωτα χαθεί. Εάν τα πράγματα είναι φυσιολογικά γι' αυτόν, θα πρέπει να υποφέρει από ανεπαρκή διατροφή, αλλά εάν είχε προσφάτως κάποιο σερί καλοτυχίας, θα υποφέρει από ζάλη μέθης. Προς το παρόν είναι έντεκα και μισή το πρωί, και σύμφωνα με το πρόγραμμά του θα έπρεπε να είχε ήδη πιάσει δουλειά πριν από δύο ώρες. Αλλά ακόμα κι αν είχε κάνει κάποια σοβαρή προσπάθεια να αρχίσει, θα του την είχε ματαιώσει το σχεδόν αδιάκοπο κουδούνισμα του τηλεφώνου, οι τσιρίδες του μωρού, το κροτάλισμα κάποιου ηλεκτρικού τρυπανιού έξω στο δρόμο και οι βαριές μπότες των πιστωτών του που ανεβοκατεβαίνουνε τις σκάλες. Η τελευταία φορά που τον διέκοψαν ήταν η άφιξη του δεύτερου ταχυδρομείου, , που του έφερε δύο εγκυκλίους και έναν λογαριασμό της εφορίας τυπωμένο με κόκκινα γράμματα. 

Περιττό να πούμε ότι ο εν λόγω άνθρωπος είναι συγγραφέας. Μπορεί να είναι ποιητής, μυθιστοριογράφος ή να γράφει σενάρια για ταινίες ή κείμενα για ραδιοφωνικές εκπομπές, γιατί όλοι οι άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών μοιάζουν πολύ μεταξύ τους, αλλά ας πούμε πως είναι βιβλιοκριτικός. Μισοκρυμμένο εκεί στο χαρτομάνι βρίσκεται ένα ογκώδες πακέτο που περιέχει πέντε τόμους, τους οποίους του έστειλε ο αρχισυντάκτης του μαζί με ένα σημείωμα που λέει "να παρουσιαστούν σε ένα άρθρο μαζί και οι πέντε". Έχουν φτάσει εδώ και τέσσερις ημέρες, αλλά επί σαρανταοκτώ ώρες ο βιβλιοκριτικός εμποδίστηκε από μια παράλυση του ηθικού του να ανοίξει το πακέτο. Χτες, σε μια στιγμή αποφασιστκότητας, έκοψε τον σπάγκο και το άνοιξε και βρήκε ότι οι πέντε τόμοι ήσαν η Παλαιστίνη στο Σταυροδρόμι, η Επιστημονική Παραγωγή Γαλακτοκομικών Προϊόντων, η Σύντομη Ιστορία της Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας (αυτός εδώ είχε 680 σελίδες και δυόμισι κιλά βάρος, τα Έθιμα στις φυλές της Πορτογαλλικής Ανατολικής Αφρικής, και ένα μυθιστόρημα, το Κάλλιο να πλαγιάσω, που πιθανόν να συμπεριλήφθηκε εκ λάθους. Το κείμενο της βιβλιοκριτικής του - 800 λέξεις, ας πούμε - θα πρέπει να είναι "κομπλέ" έως αύριο το μεσημέρι. 

Τρία από τα βιβλία αυτά έχουν να κάνουν με θέματα τα οποία αγνοεί τόσο πολύ, ώστε θα πρέπει να διαβάσει τουλάχιστον πενήντα σελίδες εάν είναι να αποφύγει να κάνει κάνα χονδροειδέστατο λάθος που θα τον προδώσει όχι μονάχα στον συγγραφέα του έργου (ο οποίος, φυσικά, ξέρει τα πάντα σχετικά με τις συνήθειες των βιβλιοκριτικών), αλλά ακόμα και στον μέσο αναγνώστη. Μέχρι να πάει τέσσερις το απόγευμα, θα έχει βγάλει τα βιβλία από τα περιτυλίγματά τους, θα εξακολουθεί όμως να υποφέρει από μια νευρική ανικανότητα να τα ανοίξει. Η προοπτική της υποχρέωσης να τα διαβάσει, ακόμα και η μυρωδιά του χαρτιού, τον επηρεάζει θαρρείς και πρόκειται για την προοπτική να φάει κρύα πουτίγκα από αλεσμένο ρύζι αρωματισμένη με καστορέλαιο. Και ωστόσο, αρκετά περιέργως, το κομμάτι του θα φτάσει εγκαίρως στο γραφείο. Κατά κάποιον τρόπο, πάντοτε φτάνει εκεί εγκαίρως". 

Μπορεί από το παρόν απόσπασμα να μην διαφαίνεται το πού θέλει να το πάει ο Όργουελ, αλλά σίγουρα φαίνεται το ύφος γραφής και κάποια βασικά στοιχεία για την φιγούρα του βιβλιοκριτικού.

Όσο για τον ομολογουμένως κάπως παράξενο τίτλο του βιβλίου, να πούμε εδώ ότι "Βιβλία εναντίον τσιγάρου" είναι ο τίτλος του πρώτου δοκιμίου που φιλοξενείται στον τόμο και εξετάζει, με πολύ ιδιαίτερο τρόπο, το κατά πόσο το χόμπι να διαβάζει κανείς βιβλία είναι ακριβό.

Να προσθέσουμε επίσης ότι η μετάφραση και ένα πολύ καλό επίμετρο στο τέλος του βιβλίου ανήκουν στον Γιώργο - Ίκαρο Μπαμπασάκη.

b152733 

Αγορά βιβλίου 

 

 

 

 

 

Write comment (0 Comments)

Σελίδα 1 από 10